ησυχαστικός

ησυχαστικός
η , ό[ν]
1) успокаивающий, успокоительный; 2) монастырский

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ησυχαστικός" в других словарях:

  • ἡσυχαστικός — soothing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ησυχαστικός — ή, ό (Μ ἡσυχαστικός, ή, όν) [ησυχαστής] νεοελλ. 1. αυτός που χρησιμεύει ή συντελεί στην καθησύχαση, καταπραϋντικός, καθησυχαστικός, ανακουφιστικός («ησυχαστικές ειδήσεις») 2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους μοναχούς ή στους ησυχαστές και στα… …   Dictionary of Greek

  • ησυχαστικός — ή, ό αυτός που καθησυχάζει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἡσυχαστικά — ἡσυχαστικός soothing neut nom/voc/acc pl ἡσυχαστικά̱ , ἡσυχαστικός soothing fem nom/voc/acc dual ἡσυχαστικά̱ , ἡσυχαστικός soothing fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡσυχαστικωτέρων — ἡσυχαστικός soothing fem gen comp pl ἡσυχαστικός soothing masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡσυχαστικόν — ἡσυχαστικός soothing masc acc sg ἡσυχαστικός soothing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡσυχαστικοί — ἡσυχαστικός soothing masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡσυχαστικοῦ — ἡσυχαστικός soothing masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡσυχαστικῷ — ἡσυχαστικός soothing masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡσυχαστικωτέρας — ἡσυχαστικωτέρᾱς , ἡσυχαστικός soothing fem acc comp pl ἡσυχαστικωτέρᾱς , ἡσυχαστικός soothing fem gen comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ВАСИЛИЙ ВЕЛИКИЙ — [греч. Βασίλειος ὁ Μέγας] (329/30, г. Кесария Каппадокийская (совр. Кайсери, Турция) или г. Неокесария Понтийская (совр. Никсар, Турция) 1.01.379, г. Кесария Каппадокийская), свт. (пам. 1 янв., 30 янв. в Соборе 3 вселенских учителей и святителей; …   Православная энциклопедия


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»